Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Κυρ - Λιάνα μου


                                                Λαχανοψαραγορά δέκα του θεριστή
                                                του χαστουκόβλητου

Κυρ - Λιάνα μου
Εμείς εδώ στο ταράφι πολύ μας άρεσε το
τζέρτζελο με τη χαστούκα
Εξ’ ου και ρίχνουμε σκαμπίλια αναμετάξυ μας.

Μάλιστα, το Μαράκι το Μπάνικο, έχει αρπάξει μια φυλλάδα και κοπανάει όποιον δεν της κάθεται κι όποιος πελάτης της ζητήξει σκαμπιλοχάστουκα, τονε χρεώνει δεόντως, η ρουφιάνα

Ο Σταύρακας ο Σουλφαμίδας πόχει πάγκο φίσκα στο ραδισκοσέσκουλο δίνει δυο φούσκους τζάμπα με κάθε σακούλα!
Ουρά οι γριέντζες !!!!!!!

Η Σουλτάνα η τσιριμπίμ τσιριμπόμ ρίχνει απόνα
 νεροπότηρο φίσκα στις περαστικοί και μετά χρεώνει δύο ευρά το στέγνωμα.

Τι να κάνουμε, κυρ-Λιάνα μου;
Μη κοιτάς που εσύ που ξέρεις από διαδρομές υπόγειας αναρρίχησης
Από «Παιδί της Γαλάζιας Γενιάς» το γύρισες σε «Βουλευτίνα της Κόκκινης» και ο στόμας σου… τι να σου πω… αμάν αμάν  εμείς σε φοβόμαστε και δεν είμαστε οι μόνοι.

Μη κοιτάς που λένε γι’ αυτόν τον κασιδιάρη
 «ν’ αγιάσει η χερούκλα του»
είναι που πολλοί τον ζούλεψαν που δε το σκέφτηκαν πρώτοι.

Πάντως, ο Μπάμπης ο Έτσι θύμωσε γιατί λέει πως τας γυναίκας δεν τας βαρούν μηδέ με μπρόκολο. Αλλά δεν τον παραξηγάμε, ένεκα που αναφέρεται στας γυναίκας, κυρ-Λιάνα μου.

Εμείς όμως εδώ στο ταράφι, είμαστε με το μέρος σου, το οποίον αν το ταγκαλάκι την κάνει κατά δώθε θα τονε πάρουμε με τις μπανανόκουπες.
Κι άμα γουστάρεις, ρίξε παραγγελιά και θα περάσουμε απ’ τη βιλάρα σου στας Εκάλας και θα σου στείλουμε μισή ντουζίνα νταγκλαράδες να σε φυλάνε, που ανάγκη δεν έχεις αφού το ελληναριό σου πλερώνει και τη φύλαξη
          Περαστικά κυρ Λιάνα μου και μη του κρατάς κακία του χειροδίκη.
Αυτά τα συνηθίζουν αναμετάξυ τους τα αγοράκια
                             Με το μπαρδόν δια την ενόχλησις
Είναι που οι κόκκινες ψείρες μου γαργαλάνε τη γλώσσα

Άνευ εκτίμησις
Μέμος Περδίκουλας

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

G – EURO!!!!!!!


Λαχανοψαραγορά  2 του Θεριστή 2012

Γκιαούρηδες και Γκιαούρισες
Εδώ στη λαχανοψαραγορά, όλο το ταράφι πήρε ανάσα: από πρώτο χέρι μάθαμε ότι δραχμή… γιοκ !!!!!
 όπερ μεθερμηνευόμενο, μην ακούτε τους ψευταράδες και το ελληναριό δε θα ματαγυρίσει  στα παλιά.
Τα καρντάσια μας οι ευρω-πέη το κλωθογύρισαν στη γκλάβα τους κι αποφασίσανε να μας δώκουνε μια ακόμα ευκαιρία κι ένα νέο νόμισμα

Το Greece Euro ήτοι G-Euro

Ο Σταύρακας ο Σουλφαμίδας, ένεκα που σπούδακε
 στο πανεπιστήμιο του πεζοδρόμιου  κι έκανε κοπάνες στο μάθημα των αγγλικώνε , τρομοκρατήθηκε επειδής νόμιζε πως

Γκέουρο = Το νόμισμα των… φούστηδων
          Των γκέι… δηλαδής
Το οποίον και ρωτήκαμε τον κυρ Θανασάκη το δάσκαλο και μας το ξήγησε καταλεπτώς

Γκέουρο = Το νόμισμα της ψωροκώσταινας!!!!!
       
  Το νόμισμα των Γκιαούρηδων

Βέβαια, του κυρ Θανασάκη, μπορεί να του πετσοκόψανε τα μιστά και να κάνει κρα  για μπρόκολα και καμιά λαχανίδα, άμα λάχει,
αλλά εμείς τουχουμε ένα σέβας ένεκα πόχει καταβροχθίσει
 ίσαμε σαράντα καντάρια βιβλία,
εξ ου του ζητήξαμε να μας το κάνει λιανά

Και μας το ξήγησε ο δάσκαλος,
 πως οι αργυραμοιβοί της πουτάνας της Ευρώπης, δηλαδή
οι σβαστικωμένοι τοκογλύφοι της γομάρας της Αγγέλας,
με τους ζαμανφούστηδες τους φραντσέζους
Τους μαστουρωμένους Ολλανδούς
Και τους άλλους κρυόκωλους

παρέα με τα δικά μας τα ταγκαλάκια,
πράσινα και μπλε μη σου πω και όλα τα κόκκινα
και τα μαύρα του …. «εγέρθητω» (;)

 μας παίξανε στα ζάρια κι εμείς οι μαλάκες φέραμε ασόδυο
που πα να πει μας παίρνουνε τα σώβρακα κι εμείς οι ξεβράκωτοι
 αντίς να μάθουμε πρόσθεση και να μετρήσουμε τη χασούρα
να ρίξουμε φάπες στους δικούς μας
τους ξεπουλημένους  πολιτικάντηδες
το ρίξαμε στο σουλουμουτούκουμ τσιτσιρί
ήτοι
καθόμαστε και χειροκροτάμε το «φύγε συ, έλα εσύ» και όταν δε βγαίνουν τα κουκιά για την καρέκλα, «ξαναέλα εσύ»
μια ζωή οι ίδιες μαλακίες, αδρεφέ μου,
και τώρα, ένεκα που τακτοποιήσανε οι ευρω-πέη τσι δουλειές τους και για να κρατήσουν τα προσχήματα
δε μας πετάνε σαν τη τρίχα απ’ το ζυμάρι

αλλά μας δίνουν μια ζύμη  βρώμικη
κρατάνε για πάρτη τους την καθαρή
και μας πετάνε το Γκέουρο στα μούτρα γιατί αυτό τακιμιάζει με τους γκιαούρηδες

                             δε βαριέσαι
πάλι στην απόξω, μαθημένοι είμαστε
λυσσάξαμε να «ανήκομεν εις την Δύσην»
και τέλος πάντων, σε καλή μεριά
κι αν μείναμε από λίγδα στέγνα, ας πρόσεχες, ελληναριό,
πού βάζεις το φακελάκι με το ψηφαλάκι σου

                             και τα κουκιά μπακλά
                             ένεκα που μας συχάθηκαν και δεν έχουν άδικο

                                      άνευ φράγκο και εκτίμησις

                                      Μέμος Περδίκουλας


Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Με λένε Μέμο και είμαι πεομπαίχτης


        
                                                          Λαχανοψαραγορά 4 του μήνα
                                                          που παντρεύονται τα γαϊδούρια
                                                          και ψηφίζονται οι γάιδαροι



Ελληναριό
Γεια χαραντάν
Με λένε Μέμο και είμαι πεομπαίχτης
Και να ‘μανε ο μόνος, ρε καρντάσια, θα ‘λεγα

        δε γαμιέται
τι να σου κάνεις ένας Μέμος,
        πώς μπορεί να τρυπήσει τον πάτο του βαρελιού
        και να μας ρουφήξει όλους ο βόθρος;

Εγώ που λες αδρεφέ μου, τώρα που καβάτζωσα μισό αιώνα και βάλε, το οποίον μην αρχινάς την αριθμητική έχεις άλλα κουκιά που δε σου βγαίνουν, εγώ που λες από τότενες που βγήκα στο κουρμπέτι, που πα να πει, τότες που μούπε ο γέρος μου

εγώ ίσαμ’ εδώ, τώρα πορέψου μονάχος σου

ήτανε που μας είχανε βάνει στο γύψο οι στρατηγοί και μας λέγανε      ένεκα που ένεκεν
και φανταράκι με το πουλί ξωπίσω,
επτά χρόνους έκανα πως δεν καταλάβαινα
 γιατί μου δώκανε τον πάγκο στη λαχανοψαραγορά
 και τον αδρεφό μου τον διορίσανε στη δεή
σαράντα κατουρημένες ποδιές φίλησε η μάνα μου

 Καλά ήτανε κι άμα βαράς φραπέ δεν καταλαβαίνεις και πολλά και εγώ δεν ήθελα να καταλαβαίνω.

Με λένε Μέμο
και τη βόλτα μου την έκανα έξω απ’ το Πολυτεχνείο ένεκα που είχαν μπουζουριαστεί μέσα κάτι γκομενάκια αλλά μόλις μπουκάρανε τα τανκς την έκανα αλλέως πως
 αλλά δεν το μαρτυράω
γιατί αυτό πολλοί το εξαργύρωσαν,
 η τύπισσα πουχου που εκφωνούσε
 μετά από ένα κάρο κομματικές αλλαξοκωλιές
 τα κονομάει τώρα γερά στη Βρουξέλλα
που λέει ο λόγος.

Με λένε Μέμο
και δε σταμάτησα να βαράω το μονοχορδικό μου
 όταν πίσω από την πλάτη μου οι Κώστηδες με τους Αντρέηδες
τα κάνανε τάτσι μίτσι κότσι και μας έσκαβαν το λάκκο
κι μείς φαγωνόμαστε αναμετάξυ μας,
μπλε πράσινοι κόκκινοι λες κι ήμασταν οχτροί.
 Λες και δεν είχαμε το ίδιο παππού
                        Πλάτωνα και  Μεγαλέξαντρο


Με λένε Μέμο
και έπαιξα χρηματιστήριο την ώρα που ο ωραίος Μπρούμελ  έφτιαχνε μαζί με τα λαμόγια  τις οφσόρες του
και μένα μου σαπίσανε τα μπρόκολα.

Με λένε Μέμο
και μια ζωή βαράω φραπέ μέσα απ’ το σώβρακο
γιατί το βούλωσα όταν τα τσόγλαν μπόυς έριχναν στο ξερονήσι εκείνα τα παλικάρια
κι εγώ αρχίνισα τις οσφυοκαμψίες στο θείο Σαμ.

Με λένε Μέμο και δεν είμαι Ελίν (που λέει αυτή η σουρλουλού)
 αλλά είμαι ελεεινός  γιατί το ‘παιζα μόρτης όταν ο Κωστάκης χλαπάκιαζε διπλόπιτα στου Μπαϊραχτάρη
 ένεκα που νόμιζα πως όποιος τρώει κοψίδια είναι μάγκας και ξέρει να κρατάει το τιμόνι γι’ αυτό και τον ψήφισα.

Με λένε Μέμο
και δεν είμαι μαλάκας (που λέει ο κουκουλάκιας),
 αλλά πεομπαίχτης
γιατί όταν το παιντί του μεγάλου διακορευτή της πατρίδας  είπε πως
 λεφτά υπάρχουν
 εννοώντας αυτά που θα μου πάρει,
 εγώ τον ψήφισα και τώρα ξεζουμίζομαι.

Με λένε Μέμο, έχω πάγκο στη λαχανοψαραγορά αλλά είναι άδειος, όπερ μεθερμηνευόμενον το ελληναριό δεν έχει ούτε για σέσκουλα μηδέ για λαχανίδες

Με λένε Μέμο και είμαι και Ελλεεινός και Μαλάκας και Πεομπαίχτης γιατί κάθομαι κι ακούω αυτούς που με βουλιάξανε, που κάνανε να ντρέπομαι, να μην έχω τσίπα να κουκουλωθώ, να στήνω κώλο στους γερμαναράδες, στους φραντσέζους, να γλείφω εκεί που με φτύσανε.

Και την Κυριακή, στις 6, μέρα Μαγιού που θα μισήσω τον εαυτό μου
 θα βάλω πάλι στο κωλοχανείο της Βουλής
 τις ίδιες βρώμικες σωβρακοκυλότες για να πνιγώ από τη μπόχα τους.

                                      Σε χαιρετώ ελληναριό
                                      Και δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε
                                      Ένεκα που με σιχαίνομαι

                                                          Μέμος  Περδίκουλας 



 κι ο πάτος του βαρελιού τρούπησε και μας ρουφάει ο βόθρος

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Οι φαούστηδες


                                                           Λαχανοψαραγορά 5 του Γδάρτη
 
Προθυπουργάρα μου
γεια χαραντάν και το λαό μαστουρωμένο
που λέει ο λόγος δηλαδής, μόνο που το ελληναριό είναι κάτι σαν την κατσαρίδα και να δεις που δε ψοφάει.

Έχουμε ένα πρόβλημα εδώ στη λαχανοψαραγορά, αρχηγέ μου, και λέω μπας και μπορείς να μας ξεματζουριάσεις,  ένεκα που τυγχάνεις ντόκτορ στο σουλουμουτούκουμ τσιτσιρί, τουτέστιν που κατάφερες να γίνεις αφεντικό χωρίς να σε ψηφίκουμε, εσύ κι ο Παπαδόπουλος ένα πράμα (για να μη το σουρήξω πιο παλιά ένεκα που τυγχάνω πτυχιούχος προνηπίου)

Που λες, εδώ στο ταράφι, ο Παντελάρας ο Φάπας, ετοιμάζεται να βάλει λουκέτο στον πάγκο του, λόγω που από φράγκα ίσον με πέπουλα πτερόεντα, το οποίον από λίγδα στέγνα.
Και δώκε βάση να σου πω την ιστορία
 πάρε κι ένα κουβά για καβάντζα  γιατί το δάκρυ θα τσουλήσει πλέρια.

Που ξαναλές, είχε ο Παντελάρας τον πάγκο του και ‘πο δίπλα μια Γελλάδα που του ‘δινε το γαλατάκι της και το πούλαγε ο φουκαράς και πορευόταν αυτός κι η φαμίλια του
 Και για να κουλαντρίζουν τη δουλειά είχε προσλάβει ένα Διευθυντή κι ένα ‘Ποδιευθυντή και του κατσικώθηκαν κι ένα τσούρμο αλεκοτσιπροκουβελάκια

Αλλά οι δουλειές τσουλούσαν προς τα κάτω, ο Παντελάρας φεσώνονταν για να τα βγάλει πέρα και του λέει ο ‘Ποδιευθυντής :
«αφεντικό, φταίει ο Διευθυντής σου, εγώ θα σε σώσω»
          «δεν έχω φράγκο, μωρ’ αδρεφέ μου» λέει ο Παντελάρας
          «φράγκα υπάρχουν» του λέει ο ‘Ποδιευθυντής.

Ξηλώνει, που λες, τον Διευθυντή, τον κάνει ‘Ποδιευθυντή
και τον ‘Ποδιευθυντή τον κάνει Διευθυντή.
Αλλά τα πράματα παγαίναν σα κάβουρας χεσμένος
που πα να πει από το κακό στο ΠΑΣΟΚ κι απ’ τη ΝουΔου στο πρωτοξάδρεφο του Αδόλφου
Και κρατάει αυτή η δουλειά κάνα σαραντάρι χρόνια και βάλε, όξω κάτι χειμώνες μ’ ένα πουλί που πασπάτευε ένα δόλιο φανταράκι.

Δηλαδής, ο Διευθυντής γινόταν ‘Ποδιευθυντής και μετά ο ‘Ποδιευθυντής Διευθυντής και η Γελλάδα του Παντελάρα του φουκαρά απ΄’ τις αλλαξοδιευθυντιές όλο και σούρωνε ένεκα που Διευθυντοποδιευθυντάδες την άρμεγαν για τα καλά και της κάνανε τα βυζά που κάποτε ήταν τροφαντά… να τρως κουκιά και να φτύνεις, αδρεφέ μου.

Την κουρέψανε κιόλα και την αφήκανε κουρούπα.

Αυτοί οι δυο όμως, δεν παθαίνανε τίποτα!!!!!!

Εσύ, αρχηγέ μου, που ‘σαι και γραμματιζούμενος, θα την ξέρεις την ιστορία ενανού Φάουστ, που πούλησε τη ψυχή του στον Εξαποδώ και δε γερνούσε ποτές.
Έτσι και τούτοι οι δυο… την κάνανε τη Γελλάδα να τηνε κλαίνε οι κοκωβιοί. Κι όταν μουγκάνιζε η φουκαριάρα, τη ρίχνανε στα τέσσερα και φωνάζανε την Αγγέλα τη Γομάρα να κάνει τζιβιτζιλίκια.

 Η Γελλάδα πεθαίνει, αφεντικό, κι αυτοί οι δυο σαν τον κυρ Φάουστ αγέραστοι
οι Φαούστηδες ...

Και τώρα που βγάζει το ρόγχο τον επιθανάτιο κι ο Παντελάρας σκάβει τον τόπο το χλοερό, ξανάρθαν ο ‘Ποδιευθυντής κι ο Διευθυντής  και ζητάνε μερτικό από τα θαφτικά , οι κερατάδες.

Και να δεις, αφεντικό, πως θα τα πάρουν γιατί   το ελληναριό μυαλό δε βάζει, έχει βίτσιο με τους Φαούστηδες

Με το μπαρδόν δια την ενόχλησις
                                                          αλλά σας συχάθηκα
                                                                   Μέμος Περδίκουλας




Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΚΗΔΕΙΕΣ και ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ


                                            
Λαχανοψαραγορά 11 του Κουτσοφλέβαρου


 Προθυπουργάρα μου
 γεια χαραντάν
και καλά σαράντα
 να ‘ναι γερά τ’ αγγόνια του Αδόλφου να μας θυμούνται

είδα ένα όνειρο, μωρ’ αδρεφέ μου
και λέω, μπας και μπορείς να μου το ξηγήσεις,
 ένεκα που είσαι πολύ μαγκιώρος να ξηγάς τους εφιάλτες

είδα, που λες, ότι βρισκόμανε πάνω σ’ ένα καράβι
καράβισαπιοκάραβο
και πηγαίναμε σε κηδεία

Πάνω στο κατάστρωμα, το κιβούρι
Μαύρο κι άραχλο
Και μέσα ποθαμένο – εντελώς σου λέω – το ελληναριό

Το κιβούρι το κρατάγανε, λέει, καμιά 50αριά αρχιδόμαγκες
κι ακολουθάγανε 300και βάλε φαταούλες, σκύλοι αδέσποτοι

Μπροστά, παγαίνανε δυο χοντροί (ο ένας είχε ένα τάπερ και τρώγανε όλοι τον αγλέορα μοιράζοντας ψίχουλα στα ψαράκια το οποίον χάνοι και κοκωβιοί)
Πιο μπροστά
Ένας που τονε λέγανε «ο γιος της Μαργαρίτας»
Ένας κρεμανταλάς που γδικείται το μιτσοτακέικο
Το πρωτοξάδρεφο του Αδόλφου
Κι από κοντά οι Αλεκοτσίπριδες, μπας κι αρπάξουν κάνα κομμάτι από την πίτα
Και πιο πίσω ένας χοντρός πότρωγε διπλόπιτα σουβλάκια κι ένιβε τα χέρια του από τη λίγδα που έσταζε απ’ το κιβούρι

Κι από πάνω, που λες, τα κοράκια
Να περιμένουν να βουτήξουν στο πτώμα του εληναριού να το κατασπαράξουν μέχρι το τέρμα

Κι εκεί που πάγαινε όλο το τσίρκουλο, ξαφνικά
-σου το λέω κι ανατριχιάζω, προθυπουργάρα μου –
Εκεί που λες, αρχινάει το καράβι να βάνει νερά
βρωμόνερα, σκατόνερα, η μπόχα….

Τουτέστιν….σουλουμουτούκουμ τσιτσιρί

Και ένας – ένας από το τσίρκουλο
παρατάνε κηδεία και μνημόσυνο κι αρχινάνε να το σκάνε μαζί με τις αρουραίοι
Και τα κοράκια, τα όρνια και τα σκυλόψαρα ένα γύρο…
Πανηγύρι, αδρεφέ μου…

Και τότε…
Ανοίγει το καπάκι και το ποθαμένο ελληναριό νεκρανασταίνεται
Η συνέχεια την Κυριακή, αγορίνα μου
Εμείς πάντως, εδώ στο ταράφι, έχουμε ετοιμάσει ένα κιβούρι που χωρά πάνω από 300 σωβρακοκυλότες

                                      Με το μπαρδόν δια την ενόχλησις
                                      Ένεκα που σας σιχάθηκα
                                      Μέμος Περδίκουλας

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Υπουργείο γκουρμελιχουδιάρικο



                                      Λαχανοψαραγορά 4 του Κουτσοφλέβαρου

Προθυπουργάρα μου
Γεια χαραντάν και το λαό κάτω απ’ τον πάτο
που λέει ο λόγος δηλαδή, γιατί για να πούμε την αλήθεια, από λίγδα στέγνα, μωρ’ αδρεφέ μου

Τι έμαθα, ρε μάγκα; Την κάνεις λέει, με ελαφρά πηδηματάκια αφού τόσο καιρό έπαιρνες μάτι όταν μας πηδούσανε οι Τροϊκάνοι;

Εμείς, όμως, εδώ στο ταράφι, έχουμε καρδιά αγκινάρα, ένεκα που διαθέτουμε πάγκο στη λαχανοψαραγορά, το οποίον για να μη μείνει κενό από πισινούς  το κάθισμα, σου έχουμε ετοιμάσει ένα υπουργικό συμβούλιο που τύφλα να ‘χει αυτό του Ιταλιάνου του μακαρονά.
Λοιπόν, αγόρι μου, δώσε βάση γιατί εμείς έχουμε κάνει αχταρμά μπρόκολα και λούτσους και κοκωβιούς, όπερ μεθερμηνευόμενον πιάτο γκουρμελιχουδιάρικο για το πόπολο.

Στρώσου το λεπόν και γράφε:

Υπουργός Κονόμας: Βρασίδας ο Γεντικουλές
Για χρόνια στο κελί το 13, ειδικότης αντικλείδια, το οποίον θα μπουκάρει    στο πουγκί του ελληναριού και δε θα μένει λαχανίδα.

Υπουργός Αποπολιτισμού: Μαράκι το Μπάνικο
Λόγω που έχει… «εκπολιτίσει» ένα κάρο αγοράκια, έχει μια ιδέα μοναδική: Θα ζητήσει από το Νικολάκη της Κάρλας να μας δώκουν πίσω εκείνη την αγαλματένια γκόμενα. Την κουλή δε θα την πάρουμε πίσω – εννοείται -  αλλά το Μαράκι το Μπάνικο θα γίνει, άμα ποθάνει, θέατρο, πλατεία και οίκος ανοχής, μη σου πω.

Υπουργός Αρρώστιας: Σταύρακας ο Σουλφαμίδας
Χρόνια στην Ομόνοια, με ακορντεόν αγκαλίτσα, και καλά αόμματος, το τι επίδομα αναπηρίας μουσαντέ… !!!!!
Εβδομήντα τρεις βίλλες έχει ο πούστης. Θα κάνει, λέει, χειρουργούς όλο το χασαπαριό και τους γιατρούς χασάπηδες!!!! Εεεε….. ρε, γέλια!!!!

Υπουργός Αδικίας: Βάγγος ο Έτσι
Ο Βαγγέλας μιλά στον ενικό σε όλοι τσι κυρ Προεδρέοι των δικαστηρίων, ένεκα που συνήθης ύποπτος, ξέρει με τα μικρά τους παρανόματα όλα τα καλόπαιδα της Ασφάλειας. Θα κλείσει, σου λέει, όλες τις φυλακές και θ’ αμολήσει όλα τα λαμόγια για να υπάρχει ανταγωνισμός με το βουλευταριό. Θα τρώγονται αναμετάξυ τους και θ’ αφήκουν το πόπολο στην ησυχία του.

Υπουργός κουρέματος: Σπανομαρίας
Ο μόνος που δεν πρόκειται να πουλήσει ξούρες!!!! Θα στείλει τους Τοκογλύφτρες να κουρεύονται και…… …(γονατίζω από συγκίνηση, ρε μόρτες…) θα κουρέψει τα χρέη του ελληναριού στις ελληνικές τράπεζες. Δηλαδή όποιος έχει δάνειο για κάνα τσαρδί, μαγαζί ή πάγκο στη λαχανοψαραγορά, θα κουρευτεί το δάνειό του, δε θα κινδυνεύει το σπιτάκι του ούτες η δουλίτσα του.

Υπουργός Πάγκου του Καλού: Τζίμης ο Χοντρός
Περάστε κόσμε. Μαζί να τα τρώμε και μόνο εγώ να χοντραίνω. Στον πάγκο τον καλό θα ακουμπάνε μίζες, ρεμούλες, ρουσφέτια.

Υπουργείο Κηδειών: Γιωργάκης το παιντί
Ο γιόκας του μεγάλου διακορευτή του ελληναριού και    εγγόνι αυτουνού που άνοιξε Γυάρο και Μακρόνησο.
Όλη η Ελλάδα στην εξορία του τάφου


Α, ρε ελληναριό
Είναι που δεν έχεις μνήμη, γι’ αυτό καταδικάστηκες ισόβια σε θάνατο…

                                               
                                               Με το μπαρδόν δια την ενόχλησις
                                                Και άνευ εκτίμησις
                                                Μέμος Περδίκουλας

                            


                            


Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Κυνηγητό




          Αγαπητό μου ημερολόγιο
           Εμείς αυτές τις μέρες στο σχολείο περνάμε καλύτερα από ποτέ.
 Όλη μέρα παίζουμε κυνηγητό ακόμα και μέσα στην τάξη και έτσι γλιτώνουμε το μάθημα.
 
Όλα άρχισαν προχτές, όταν η κυρία μας σήκωσε στον πίνακα τον Μιχαλάκη και του είπε να πει μάθημα και εκείνος είπε πως
 δεν πρόλαβε να διαβάσει
            γιατί κυνηγούσε
τη μικρή του αδελφή που κάνει φασαρίες
και τρομάζει τη γιαγιά του.

Η κυρία του έβαλε μηδέν αλλά ο Μιχαλάκης είπε πως η δικαιολογία του είναι ακούνητη γιατί το είδε στην τηλεόραση πως άμα κυνηγάς αυτούς που τρομάζουν τους άλλους, μπορείς να μη διαβάζεις και η κυρία αναγκάστηκε να του σβήσει το μηδέν και σήκωσε τη Λουκίτσα και της είπε να πει μάθημα αλλά η Λουκίτσα απάντησε πως δεν πρόλαβε να διαβάσει γιατί είχαμε πολλά και μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά

Η κυρία μας, που είναι πολύ αδύναμη, σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε «Δώσ’ μου δύναμη» και άνοιξε τον κατάλογο να δει ποιον θα σηκώσει να πει μάθημα και τότε όλοι μας σηκωθήκαμε κι
αρχίσαμε να κυνηγιόμαστε μέσα στην    
                τάξη!!!!!!!!!!!

Τότε η κυρία μας, που μάλλον έχει πολλές αμαρτίες, σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε «τι έκανα και με τιμωρείς;» και μετά πήρε τα βιβλία και τον κατάλογο και πήγε στον κύριο διευθυντή και του είπε πως δεν ξαναδιαβάζει τα γραπτά μας ούτε θα ξαναδιαβάσει για το σχολείο γιατί πρέπει να μας κυνηγήσει μέσα στην τάξη και εξήγησε στον κύριο διευθυντή το ακούνητο επιχείρημα του Μιχαλάκη και της Λουκίτσας.

Έτσι, λοιπόν, περνάμε πολύ ωραία και όλη την ώρα
κυνηγάμε τον κύριο διευθυντή
 που κυνηγάει την κυρία μας
 που μας κυνηγάει να μας πιάσει
και δεν κάνουμε απολύτως τίποτα, κάτι σαν την Ελλάδα μας δηλαδή που την κυνηγάνε αυτοί που τους χρωστάει
 κι εκείνη κυνηγάει τους φουκαράδες που πληρώνουν κι ας μην έχουν
και δεν κυνηγάει αυτούς που έχουν
 αλλά της χρωστάνε και δεν πληρώνουν.

Μπορεί να μας κουράζει το πολύ κυνηγητό, αλλά δεν πειράζει αφού έχουμε μια καλή δικαιολογία για να γλιτώνουμε το διάβασμα. Να δεις που τελικά ο Μιχαλάκης θα γίνει και πρόεδρος της τάξης μας!!!

                                                Σε φιλώ γλυκά
                                                Ευελπίτσα