Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Οι φαούστηδες


                                                           Λαχανοψαραγορά 5 του Γδάρτη
 
Προθυπουργάρα μου
γεια χαραντάν και το λαό μαστουρωμένο
που λέει ο λόγος δηλαδής, μόνο που το ελληναριό είναι κάτι σαν την κατσαρίδα και να δεις που δε ψοφάει.

Έχουμε ένα πρόβλημα εδώ στη λαχανοψαραγορά, αρχηγέ μου, και λέω μπας και μπορείς να μας ξεματζουριάσεις,  ένεκα που τυγχάνεις ντόκτορ στο σουλουμουτούκουμ τσιτσιρί, τουτέστιν που κατάφερες να γίνεις αφεντικό χωρίς να σε ψηφίκουμε, εσύ κι ο Παπαδόπουλος ένα πράμα (για να μη το σουρήξω πιο παλιά ένεκα που τυγχάνω πτυχιούχος προνηπίου)

Που λες, εδώ στο ταράφι, ο Παντελάρας ο Φάπας, ετοιμάζεται να βάλει λουκέτο στον πάγκο του, λόγω που από φράγκα ίσον με πέπουλα πτερόεντα, το οποίον από λίγδα στέγνα.
Και δώκε βάση να σου πω την ιστορία
 πάρε κι ένα κουβά για καβάντζα  γιατί το δάκρυ θα τσουλήσει πλέρια.

Που ξαναλές, είχε ο Παντελάρας τον πάγκο του και ‘πο δίπλα μια Γελλάδα που του ‘δινε το γαλατάκι της και το πούλαγε ο φουκαράς και πορευόταν αυτός κι η φαμίλια του
 Και για να κουλαντρίζουν τη δουλειά είχε προσλάβει ένα Διευθυντή κι ένα ‘Ποδιευθυντή και του κατσικώθηκαν κι ένα τσούρμο αλεκοτσιπροκουβελάκια

Αλλά οι δουλειές τσουλούσαν προς τα κάτω, ο Παντελάρας φεσώνονταν για να τα βγάλει πέρα και του λέει ο ‘Ποδιευθυντής :
«αφεντικό, φταίει ο Διευθυντής σου, εγώ θα σε σώσω»
          «δεν έχω φράγκο, μωρ’ αδρεφέ μου» λέει ο Παντελάρας
          «φράγκα υπάρχουν» του λέει ο ‘Ποδιευθυντής.

Ξηλώνει, που λες, τον Διευθυντή, τον κάνει ‘Ποδιευθυντή
και τον ‘Ποδιευθυντή τον κάνει Διευθυντή.
Αλλά τα πράματα παγαίναν σα κάβουρας χεσμένος
που πα να πει από το κακό στο ΠΑΣΟΚ κι απ’ τη ΝουΔου στο πρωτοξάδρεφο του Αδόλφου
Και κρατάει αυτή η δουλειά κάνα σαραντάρι χρόνια και βάλε, όξω κάτι χειμώνες μ’ ένα πουλί που πασπάτευε ένα δόλιο φανταράκι.

Δηλαδής, ο Διευθυντής γινόταν ‘Ποδιευθυντής και μετά ο ‘Ποδιευθυντής Διευθυντής και η Γελλάδα του Παντελάρα του φουκαρά απ΄’ τις αλλαξοδιευθυντιές όλο και σούρωνε ένεκα που Διευθυντοποδιευθυντάδες την άρμεγαν για τα καλά και της κάνανε τα βυζά που κάποτε ήταν τροφαντά… να τρως κουκιά και να φτύνεις, αδρεφέ μου.

Την κουρέψανε κιόλα και την αφήκανε κουρούπα.

Αυτοί οι δυο όμως, δεν παθαίνανε τίποτα!!!!!!

Εσύ, αρχηγέ μου, που ‘σαι και γραμματιζούμενος, θα την ξέρεις την ιστορία ενανού Φάουστ, που πούλησε τη ψυχή του στον Εξαποδώ και δε γερνούσε ποτές.
Έτσι και τούτοι οι δυο… την κάνανε τη Γελλάδα να τηνε κλαίνε οι κοκωβιοί. Κι όταν μουγκάνιζε η φουκαριάρα, τη ρίχνανε στα τέσσερα και φωνάζανε την Αγγέλα τη Γομάρα να κάνει τζιβιτζιλίκια.

 Η Γελλάδα πεθαίνει, αφεντικό, κι αυτοί οι δυο σαν τον κυρ Φάουστ αγέραστοι
οι Φαούστηδες ...

Και τώρα που βγάζει το ρόγχο τον επιθανάτιο κι ο Παντελάρας σκάβει τον τόπο το χλοερό, ξανάρθαν ο ‘Ποδιευθυντής κι ο Διευθυντής  και ζητάνε μερτικό από τα θαφτικά , οι κερατάδες.

Και να δεις, αφεντικό, πως θα τα πάρουν γιατί   το ελληναριό μυαλό δε βάζει, έχει βίτσιο με τους Φαούστηδες

Με το μπαρδόν δια την ενόχλησις
                                                          αλλά σας συχάθηκα
                                                                   Μέμος Περδίκουλας