Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Με λένε Μέμο και είμαι πεομπαίχτης


        
                                                          Λαχανοψαραγορά 4 του μήνα
                                                          που παντρεύονται τα γαϊδούρια
                                                          και ψηφίζονται οι γάιδαροι



Ελληναριό
Γεια χαραντάν
Με λένε Μέμο και είμαι πεομπαίχτης
Και να ‘μανε ο μόνος, ρε καρντάσια, θα ‘λεγα

        δε γαμιέται
τι να σου κάνεις ένας Μέμος,
        πώς μπορεί να τρυπήσει τον πάτο του βαρελιού
        και να μας ρουφήξει όλους ο βόθρος;

Εγώ που λες αδρεφέ μου, τώρα που καβάτζωσα μισό αιώνα και βάλε, το οποίον μην αρχινάς την αριθμητική έχεις άλλα κουκιά που δε σου βγαίνουν, εγώ που λες από τότενες που βγήκα στο κουρμπέτι, που πα να πει, τότες που μούπε ο γέρος μου

εγώ ίσαμ’ εδώ, τώρα πορέψου μονάχος σου

ήτανε που μας είχανε βάνει στο γύψο οι στρατηγοί και μας λέγανε      ένεκα που ένεκεν
και φανταράκι με το πουλί ξωπίσω,
επτά χρόνους έκανα πως δεν καταλάβαινα
 γιατί μου δώκανε τον πάγκο στη λαχανοψαραγορά
 και τον αδρεφό μου τον διορίσανε στη δεή
σαράντα κατουρημένες ποδιές φίλησε η μάνα μου

 Καλά ήτανε κι άμα βαράς φραπέ δεν καταλαβαίνεις και πολλά και εγώ δεν ήθελα να καταλαβαίνω.

Με λένε Μέμο
και τη βόλτα μου την έκανα έξω απ’ το Πολυτεχνείο ένεκα που είχαν μπουζουριαστεί μέσα κάτι γκομενάκια αλλά μόλις μπουκάρανε τα τανκς την έκανα αλλέως πως
 αλλά δεν το μαρτυράω
γιατί αυτό πολλοί το εξαργύρωσαν,
 η τύπισσα πουχου που εκφωνούσε
 μετά από ένα κάρο κομματικές αλλαξοκωλιές
 τα κονομάει τώρα γερά στη Βρουξέλλα
που λέει ο λόγος.

Με λένε Μέμο
και δε σταμάτησα να βαράω το μονοχορδικό μου
 όταν πίσω από την πλάτη μου οι Κώστηδες με τους Αντρέηδες
τα κάνανε τάτσι μίτσι κότσι και μας έσκαβαν το λάκκο
κι μείς φαγωνόμαστε αναμετάξυ μας,
μπλε πράσινοι κόκκινοι λες κι ήμασταν οχτροί.
 Λες και δεν είχαμε το ίδιο παππού
                        Πλάτωνα και  Μεγαλέξαντρο


Με λένε Μέμο
και έπαιξα χρηματιστήριο την ώρα που ο ωραίος Μπρούμελ  έφτιαχνε μαζί με τα λαμόγια  τις οφσόρες του
και μένα μου σαπίσανε τα μπρόκολα.

Με λένε Μέμο
και μια ζωή βαράω φραπέ μέσα απ’ το σώβρακο
γιατί το βούλωσα όταν τα τσόγλαν μπόυς έριχναν στο ξερονήσι εκείνα τα παλικάρια
κι εγώ αρχίνισα τις οσφυοκαμψίες στο θείο Σαμ.

Με λένε Μέμο και δεν είμαι Ελίν (που λέει αυτή η σουρλουλού)
 αλλά είμαι ελεεινός  γιατί το ‘παιζα μόρτης όταν ο Κωστάκης χλαπάκιαζε διπλόπιτα στου Μπαϊραχτάρη
 ένεκα που νόμιζα πως όποιος τρώει κοψίδια είναι μάγκας και ξέρει να κρατάει το τιμόνι γι’ αυτό και τον ψήφισα.

Με λένε Μέμο
και δεν είμαι μαλάκας (που λέει ο κουκουλάκιας),
 αλλά πεομπαίχτης
γιατί όταν το παιντί του μεγάλου διακορευτή της πατρίδας  είπε πως
 λεφτά υπάρχουν
 εννοώντας αυτά που θα μου πάρει,
 εγώ τον ψήφισα και τώρα ξεζουμίζομαι.

Με λένε Μέμο, έχω πάγκο στη λαχανοψαραγορά αλλά είναι άδειος, όπερ μεθερμηνευόμενον το ελληναριό δεν έχει ούτε για σέσκουλα μηδέ για λαχανίδες

Με λένε Μέμο και είμαι και Ελλεεινός και Μαλάκας και Πεομπαίχτης γιατί κάθομαι κι ακούω αυτούς που με βουλιάξανε, που κάνανε να ντρέπομαι, να μην έχω τσίπα να κουκουλωθώ, να στήνω κώλο στους γερμαναράδες, στους φραντσέζους, να γλείφω εκεί που με φτύσανε.

Και την Κυριακή, στις 6, μέρα Μαγιού που θα μισήσω τον εαυτό μου
 θα βάλω πάλι στο κωλοχανείο της Βουλής
 τις ίδιες βρώμικες σωβρακοκυλότες για να πνιγώ από τη μπόχα τους.

                                      Σε χαιρετώ ελληναριό
                                      Και δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε
                                      Ένεκα που με σιχαίνομαι

                                                          Μέμος  Περδίκουλας 



 κι ο πάτος του βαρελιού τρούπησε και μας ρουφάει ο βόθρος